Καλωσορίζω όλους τους διαδικτυακούς επισκέπτες στην ιστοσελίδα μου.

Αποφάσισα να δημοσιεύσω ενα μυθιστόρημα, το οποίο έχω γράψει, μέσω ενός μπλογκ, κι έτσι, σε αυτήν εδώ τη σελίδα, θα εκδίδεται κάθε εβδομάδα (κάθε Τετάρτη) κι απο ένα κεφάλαιο του μυθιστορήματος "Ο ερεβοχόος".

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, διανομή, παρουσίαση και αναδημοσίευση κειμένων υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1. εφόσον γίνεται σαφής και ξεκάθαρη αναφορά με σύνδεσμο στην ακριβή διεύθυνση της ιστοσελίδας μου

2. εφόσον δεν γίνεται εμπορική χρήση των κειμένων που παρουσιάζονται

3. εφόσον δεν δημιουργούνται παράγωγα έργα που αλλοιώνουν, τροποποιούν ή στηρίζονται στα κείμενα που παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα μου

Το μυθιστόρημα έχει κατοχυρωθεί και προστατεύεται.

Κάθε παράβαση των παραπάνω θα επιφέρει τις ανάλογες νομικές συνέπειες και νόμιμες διεκδικήσεις, σύμφωνα πάντα με την ισχύουσα Εθνική και Κοινοτική νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η οποιαδήποτε κριτική μέσω των σχολίων είναι ευπρόσδεκτη και θα την κρατάω δημοσιευμένη, όσο σκληρή κι αμα ακούγεται, αρκεί να μην είναι υβριστική, χυδαία ή άσχετη με τα παρουσιαζόμενα κείμενα.

Εύχομαι σε όλους τους αναγνώστες, μια καλή διασκέδαση.

23 Δεκ 2009

Κεφάλαιο 25. "Απροσδιοριστία"

–Θα το αναλάβω προσωπικά, είπε ο Κάιναρεν και αφού χαιρέτησε χάθηκε μέσα στους χώρους του επιτελείου.

Μετά απο λίγο, είχε φτάσει με τη συνοδεία απο τους σωματοφύλακες σε άλλο σημείο απο τα έγκατα του παλατιού, και αφού πέρασε μία πόρτα περιστοιχισμένη απο κοκκινοχιτώνες ανέκφραστους γίγαντες, που στεκότανε πάντα έξω απο χώρους όπου βρισκότανε ο βασιλιάς, μπήκε μέσα στον κλειστό χώρο, όπου συγκαλούντανε το έκτακτο συμβούλιο.

Τα φωτεινά τετράγωνα της οροφής καθρεπτιζότανε μέσα στο μαύρο συνθετικό τραπέζι, όπου τριγύρω του στεκότανε με τα βλέμματα στραμμένα κατα πάνω του, οι αξιωματούχοι του στέμματος. Πίσω απο τις πλάτες τους στεκότανε όρθιοι οι κοστουμαρισμένοι γραφιάδες και κρύβανε το μονότονο ηχομονωτικό βελούδο, που τύλιγε τους τοίχους, καθώς ο μόνος θόρυβος ήτανε το ελαφρύ φύσημα του εξαερισμού που άφηνε μία ελαφριά μυρωδιά απο τις μαύρες δερμάτινες πολυθρόνες.

Κάθισε με την πλάτη στην εξώπορτα και άκουσε πως τρίζανε και οι άλλες πολυθρόνες.

–Κυρίες και κύριοι, είπε με χαμηλωμένο το βλέμμα, καθώς ένιωθε όλα τα μάτια να τον καρφώνουνε, ο λόγος που συγκλήθηκε αυτό το έκτακτο συμβούλιο, είναι ότι... και γύρισε και τους κοίταξε όλους ...έχουμε πόλεμο.

Μπόρεσε να συγκρατήσει κάτι αντιδράσεις μέσα στο σιγανόφωνο βουητό που αφήσανε τα ξεστομισμένα σχόλια: Ο Ατναρίμαλας, που στεκότανε δεξιά, πίσω απο τον Ίρβαμ, άφησε τη γροθιά του να βαρέσει το καθρεφτένιο τραπέζι. Ο Λιέτιμαφ που καθότανε αριστερά, πίσω απο τον Βέλτεπ, μουρμούρισε ένα «τσκ τσκ τσκ» και κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι και η Λιμνώρεια που καθότανε πιο πίσω έσκυψε το κεφάλι πάνω απο το τραπέζι, προς το μέρος του Νοκάντιου που καθότανε απέναντί της και μετά το γύρισε προς το μέρος του Σαμουήλ, με ένα ερωτηματικό βλέμμα. Πρόσεξε τις αφέλειες απο τα μαλλιά της και του φάνηκε, έτσι ολότελα λυμμένη απο το φόβο όπως ήτανε, πολύ ομορφότερη απο ότι συνήθως.

Η αντίδραση όμως που τον ενδιέφερε πραγματικά, δε βρισκότανε ακόμα στο οπτικό του πεδίο. Ήρθε όμως. Είχε αχνοεμφανιστεί πίσω απο την πλάτη του Ίρβαμ, μπροστά απο μια αρσενική καρυάτιδα με ρούχα ανθυπασπιστή. Άθελα του ο Σαμουήλ θυμήθηκε την γκρίνια της μάνας του για μερικούς που φτάνανε αθόρυβα στην εξώπορτα του σπιτιού, σα φαντάσματα που αντιλαμβάνεσαι το έντονο της παρουσίας τους, όταν είναι πια πολύ αργά για να τα αποφύγεις. Δεν μπορούσε τότε να καταλάβει, γιατί δε δυσανασχετούσε με τους λαλίστατους επισκέπτες, που άκουγες τη φωνή τους απο μακριά, καθώς πλησιάζανε. Μερικοί άνθρωποι έχουνε αυτήν την ικανότητα, να πλησιάζουνε με έναν ανεξιχνίαστο προσδιορισμό της θέσης τους, και να αποκτούνε μετά ένα πολύ βροντερό στίγμα, λες και οι προθέσεις τους είναι τόσο ισχυρές, που μπορούνε να αλλοιώνουνε τους φυσικούς νόμους.

–Ποιά είναι τα δεδομένα; ρώτησε με ατάλαντο συνομωτικό ύφος ο ανθυποστράτορας.

–Η αντικατασκοπεία μας ξετρύπωσε μια επιστολή, η οποία απευθυνότανε προς τον πρέσβη της Τελκάμπεσα. Κατάπιε λίγο το σάλιο, καθώς ένιωθε το πιο έντονο βλέμμα, αυτό του Μάτιλα, να είναι καρφωμένο στο δεξιό του μάγουλο. Η επιστολή αυτή εμπεριείχε και την επίσημη κύρηξη πολέμου του Άλφα Μι Τάλχαλ Εμοά προς εμάς. Παρακαλώ! Και κόπασε αμέσως το μουρμουρητό που πήγε να σηκωθεί. Αυτή τη στιγμή πλήττονται ήδη συστήματα της επικράτειας του Κρανθάιε. Η κύρηξη του πολέμου βρίσκεται ήδη στην κατοχή του πρέσβη, ώστε να παραδωθεί επισήμως, αμέσως μόλις καταφτάσουνε στην Τετράπολη και οι πρώτες αναφορές εχθρικών πληγμάτων απο την παραμεθόριο.

–Ποια θα είναι τα επόμενα μας βήματα;

Σήκωσε το προβληματισμένο του βλέμμα πάνω απο το τραπέζι και κοίταξε με απορία προς το βασιλιά. Ιμαλούδιος Βέλτεπ. Διαλεγμένος απο το Σαρίχ ανάμεσα απο χιλιάδες διπλωματικούς υπαλλήλους, όχι για την μέτρια του εμφάνιση και για την όχι και τόσο αφάνταστη ευγλωτία του, αλλά λόγω της υποκριτικής του τέχνης. Η υποκριτική και η διπλωματία ήτανε για το Σαρίχ τόσο διαφορετικές έννοιες, όσο και ο ήλιος απο το αστέρι, εξαρτιότανε δηλαδή απο πόσο μακριά τις έβλεπε κανείς. Στη φράση κάποιου διπλωμάτη που είχε πει κάποτε ότι ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, ο Σαρίχ διεκδικούσε την πατρότητα του συμπληρώματος, που έλεγε ότι η πολιτική είναι η συνέχεια της ηθοποιϊας, αλλά με άλλους σκοπούς.

–Σιγή απόλυτη, συμπλήρωσε ο Σαμουήλ. Απο εδω μέσα δεν πρέπει να βγει το παραμικρό. Εννοείται ότι ήσαστε πλέον όλοι δεσμευμένοι να κρατήσετε τα στόματα κλειστά. Σας το λέμε με απλά λόγια, για να γίνουμε σαφείς. Έτσι και βγει αυτή η πληροφορία μέσα απο αυτό το δωμάτιο, και κωλυσιεργηθεί έτσι το έργο της αντικατασκοπείας, ήσαστε όλοι οι παρόντες υπόλογοι για εσχάτη προδοσία.

–Μπορούμε τουλάχιστον να μάθουμε τι περίπου αναφέρει αυτή η επιστολή μεγαλειότατε;

Οι κουρασμένες βλεφαρίδες του Λιέτιμαφ συνοδεύτηκαν απο το ανασήκωμα του φρυδιού του Μάτιλα, που στράφηκε προς το μέρος του και μετά προς το μέρος του Σαμουήλ, ο οποίος έλεγε:

–Βεβαίως! Έτσι κι αλλιώς σε μερικά ημερόνυχτα θα την παραλάβουμε κι επίσημα.

Έκανε ένα νόημα κι ένας εμφανίσιμος νέος γραμματέας πήρε απο τα χέρια του την επιστολή και στεκούμενος απο τα αριστερά, άρχισε να την αναγινώσκει χαμηλόφωνα, αλλά αρκετά ορθοφωνικά.

Στην αρχή, που αναφερότανε για τις πειρατικές επιδρομές, που υποκινούντανε απο την Τετράπολη, για να πλήξουνε το αναδυόμενο εμπόριο της Τελκάμπεσα, ο Νοκάντιος ανεβοκατέβαζε το κεφάλι. Όταν διαβάστηκε ο άλλος λόγος, ο Σαμουήλ έβλεπε πως η Λιμνώρεια είχε γείρει το κεφάλι της προς την άλλη μεριά και κοιτούσε μια σαστισμένη της βοηθό. Στο τέλος της ανάγνωσης γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε σε ένα γύρο όλα τα προβληματισμένα πρόσωπα του συμβουλίου. Έπαιξε λίγο με το στυλό της ανάμεσα στα δάχτυλα και μασώντας τα χείλια γύρισε προς το μέρος του. Μέσα στο ασπράδι του ματιού, κάτω απο τις γκριζογάλανες της ίριδες, φαινότανε κάτι λεπτά κόκκινα αγγεία.

Ο Σαμουήλ πέρασε λίγο το βλέμμα του απο τη μεριά του Μάτιλα. Εκείνη τη στιγμή, ο μέγας σύμβουλος ήτανε κάτι για το οποίο θα έπρεπε να γραφτεί ένα πολύτομο βιβλίο, που να περιέγραφε με λεπτομέρεια, το πως εκδηλώνεται το κρυψίβουλο, καθώς βιώνει την μετάπτωση απο την αίσθηση του απόλυτου ελέγχου, στην πεποίθηση μιας θανάσιμα απαιτητικής αναγκαιότητας για επανάκτηση της αφανούς, παρασκηνιακής, αλλά ουσιαστικής εξουσίας, και όλα αυτά, καθώς θα κοχλάζει απο πίσω και το πρωτόγνωρο συναίσθημα της αποπνικτικής πίεσης, που συνήθως νιώθει ο φορέας μιας παραγκωνισμένης διορατικότατης πρόβλεψης. Τα σκούρα του μάτια κοιτάζανε παγερά το Σαμουήλ. Μόνο στο αριστερό τέλος των χειλιών έσπαζε ένα ίχνος απο μειδίαμα. Σε εκείνο το έκτακτο συμβούλιο, περίμενε να ακούσει κάτι άλλο. Κάτι όπως: Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης, αποφασίσαμε όπως γίνουμε τρίγαμοι!...

–Όχι ότι με βρήκε αντίθετο η φιλομάθεια του κύριου συναδέλφου μεγαλειότατε. Αντίθετο δε με βρίσκει, είπε ο Ατναρίμαλας και έγειρε την πλάτη στην πολυθρόνα. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μας μυείτε σε ένα τέτοιο μυστικό. Το βρίσκω λίγο παρακινδυνευμένο. Μη με κοιτάτε έτσι κύριοι συνάδελφοι. Δεν αναφέρομαι σε εσάς. Αλλά ακριβώς απο πίσω σας βρίσκονται περισσότερα απο δέκα άτομα, τα οποία δεν ήτανε απαραίτητο να ακούσουνε τι γράφει αυτό το λιβελογράφημα. Γέλασε λίγο και έπλεξε τα δάχτυλα μπροστά στην κοιλιά. Πρέπει να ομολογήσω, πως αυτό αυτό με το κρανίο χρήζει φροϋδικού αποσυμβολισμού. Δεν ξέρω κατα πόσο αισθησιακά δρα μια τέτοια εικόνα στα μάτια μιας κυρίας, και κοίταξε προς τη Λιμνώρεια, αλλα νομίζω ότι απλά επιδιώκει να ξυπνήσει τα αρχέγονα και πολεμοχαρή πνεύματα.

–Δεν θα έλεγα ότι είναι και ότι πιο ορεκτικό, κύριε Ατναρίμαλα, απάντησε εκείνη, αλλά υποθέτω ότι η αυτού μεγαλειότητα δεν διστάζει μπροστά σε τέτοιους εκφοβισμούς. Και έριξε μια ματιά στο Σαμουήλ, σαν να συμπλήρωνε ότι το αδίστακτος επεκτείνεται σε όλα τα επίπεδα, ενώ έλεγε: Με δεδομένο και αυτό το οποίο ανέφερε ο κύριος Ατναρίμαλας, επιτρέπεται να ρωτήσουμε την Αυτού Μεγαλειότητα, το λόγο για τον οποίο δεν γνωστοποιήθηκε νωρίτερα στο συμβούλιο των αξιωματούχων του στέμματος η σύναψη του αρραβώνος του μετα της Αυτής Υψηλότητας Σαμιράμ του βασιλικού οίκου των Μελνίβιων; Ίσως και το λόγο, για τον οποίο γνωστοποιείται τώρα αυτό, και μάλιστα παρουσίας των γραμματέων;

«Πολύ απλά. Δεν ήθελα τότε να το μάθει ο Μάτιλας, η γερουσία, η βουλή και η εμπορική λέσχη, και τώρα θέλω να το μάθουνε», σκέφτηκε να πει ο Σαμουήλ, καθώς έβλεπε όλα τα πρόσωπα να γυρνάνε προς το μέρος του, αλλά είχε μάθει απο πολύ μικρός να δαμάζει μέσα στο στόμα, τα όσα σκεφτότανε. Η Λιμνώρεια είχε ξεστομίσει ένα πολύ λογικό και καλό ερώτημα, και άθελα της ίσως, μιας και το ελατήριο που είχε βγάλει απο τα διακριτικά βαμμένα της χείλη εκείνη την απορία, θα ήτανε προφανώς κάτι πιο γυναικείο, πιο απλό, παρά η διασκέδαση των εντυπώσεων, του έδινε έτσι τη μεγάλη ευκαιρία. Όπως έβλεπε το ερωτηματικό σχηματισμένο ανάμεσα απο τα νεανικά της μάγουλα, σκεφτότανε ότι την είχε χρησιμοποιήσει για μια ακόμα φορά, και είχε καταφέρει να το κάνει αυτό με απόλυτη ευκολία, παρόλο που ποτέ του δεν είχε καταλάβει, τι του βρίσκανε οι γυναίκες. Μερικοί συνομήλικοί του στον Αγκέτιρα, βλέπανε το σεξ σαν ένα μέσο για να φουσκώνουνε το κρανίο τους με καυχησιάρικο αέριο. Άλλοι πάλι, πιο ώριμοι, το διασκεδάζανε πραγματικά. Πολλοί όμως το βλέπανε σα μια συναλλαγή. Έβαζες ένα κομμάτι κρέας μέσα σε μία οπή και μετά γινότανε κτήμα σου, όχι μόνο το σώμα, αλλά κι όλο το πνεύμα, όλη η ψυχή κι όλες οι σκέψεις του θηλυκού. Αυτός δεν είχε τέτοιες ιδεαλιστικές βλέψεις. Απο εκείνη την ημέρα που το είχε γνωρίσει, και του είχε βάλει την ιδέα εκείνη η έμπειρη κυρία με την προσιτή τιμή που του είχε κάνει, λέγοντας του ότι είχε τα απαραίτητα προσόντα, το έβλεπε σαν ένα μέσο επιβίωσης, κι έτσι το αντιμετώπιζε πάντα, σα μια λεπτή, αλλά ευχάριστα κουραστική χειρωνακτική εργασία, όπου έπρεπε να προσφέρει τα μέγιστα, για να μπορεί να αγοράζει τρόφιμα για τα τρία μικρότερά του αδέρφια, που τον περιμένανε νηστικά στο σπίτι. Για λίγο καιρό, νόμιζε ότι θα γινότανε κι αυτός κάποια μέρα ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Για λίγο καιρό όμως.

–Ο λόγος και των δύο είναι ένας. Είσαστε όλοι ανεξαιρέτως ίσοι, στο να γνωρίζετε λεπτομέρειες απο τα προσωπικά μας. Είτε αυτό αφορά απόκρυψη είτε αποκάλυψη. Και αυτό δεν οφείλεται στη μεγαλειότητα μας, οφείλεται στο αυτονόητο. Ήμαστε κι εμείς άνθρωποι και θέλουμε την προσωπική μας σφαίρα.

–Ασφαλώς! Αλλά αυτό είναι και εξωτερική πολιτική μεγαλειότατε, πετάχτηκε κι είπε ο Ατναρίμαλας, και συμπλήρωσε κάτι που σε έκανε να νομίζεις, ότι δεν ήτανε απλά επιδοκιμαστική η ματιά του Μάτιλα επάνω του, αλλά ένα είδος υποβλητικού τηλεψυχισμού. Και όταν μάλιστα ο αντίκτυπος στην εξωτερική πολιτική παίρνει τέτοιες διαστάσεις, τότε... Ας μου επιτραπεί, με όλα μου τα σέβη στρωμένα σα χαλί ενώπιων της αυτου μεγαλειότητας, να του πω πως... ε, κάτι θα έπρεπε να μάθουμε κι εμείς;

Ο Λιέτιμαφ έριξε το βλέμμα πάνω στο τραπέζι και πέταξε έξω τα χείλη του. Η Λιμνώρεια έπαιζε το στυλό στη μια παλάμη σα στιλετοφόρο μορτάκι. Ο Ατναρίμαλας περίμενε κάτω απο τα φρύδια του. Ο Ίρβαμ αναστέναξε. Μόνο ο Νοκάντιος και ο Βέλτεπ καθότανε ατάραχοι, λες και ήδη είχε καθυστερήσει η επόμενη απάντηση.

–Μα κύριε Ατναρίμαλα, γιατί αδικείται τον όγκο των ιστορικών σας γνώσεων; Εμείς δε θα σας κατατάσσαμε ποτέ σε αυτούς, που πιστεύουνε στο μύθο της αρπαγής της ωραίας Ελένης. Είχαμε συναντήσει όλους τους παρόντες κατ ιδίαν και σας είχαμε ενημερώσει ότι πρέπει να υπάρξουνε περικοπές δαπανών λόγω του ενδεχομένου ενός πολέμου, και αυτό έγινε με αφορμή κάποια μελέτη του σώματος αντικατασκοπείας, η οποία έδειχνε ότι ολόκληροι στόλοι απο τελκαμπεσιανά πολεμικά κατευθυνότανε ήδη προ πολλού προς τα σύνορα μας. Κοίταξε για λίγο προς το μέρος του Λιέτιμαφ και είπε: Κύριοι Ατναρίμαλα και Λιέτιμαφ. Αυτά τα οποία συζητήσαμε στην άτυπη μας συνάντηση επιβεβαιώνονται απο την παρούσα επιστολή. Αυτό σημαίνει ότι οι περιορισμοί στις δαπανες πρέπει να επεκταθούν μέχρι τα όρια της λειτουργικότητας. Με τον κύριο Νοκάντιο και τον κύριο Ίρβαμ έχουμε ήδη συζητήσει για τις κινήσεις μας στο ενδεχόμενο ενός πολέμου. Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε προς το μέρος του Βέλτεπ, εντωμεταξύ το βλέμμα του Μάτιλα έπεφτε ήδη απαξιωτικά επάνω του. Εσείς κύριε Βέλτεπ και κύριε Λιέτιμαφ... Θα θέλαμε να ετοιμαστεί μια αποστολή προς τον μέγα αρχιερέα του Τενκατ.

Ο Λιέτιμαφ σήκωσε τους ώμους.

–Δεν ξέρω ποιές θα είναι οι απαιτήσεις του στην περίπτωση που του ζητήσουμε οικονομική βοήθεια, αλλά θα φροντίσω ώστε να γίνει. Τον τελευταίο λόγο τον έχουνε φυσικά οι ιερείς, αλλά πιστεύω ότι θα συμφωνήσουνε στην πλειοψηφία τους, άμα τους προτρέψει σε κάτι τέτοιο το παλάτι, μιας και ο μεγαλειότατος, σαν Χριστιανός που είναι, τυγχάνει της μεγαλης συμπάθειας των ιερεών, είπε ο υπέργηρος Λιέτιμαφ και μειδίασε αδιάφορα, όπως ένιωσε το ελεγκτικό βλέμμα του Μάτιλα στραμμένο κατα πάνω του.

Κάτι που έκανε το Σαμουήλ να του περάσει μια χαιρέκακη σκέψη απο το μυαλό, καθώς θυμότανε τα όσα είχε συζητήσει με το μέγα σύμβουλο για εκείνο το θέμα.

–Εσείς τι λέτε κύριε Βέλτεπ;

–Εμένα προσωπικά μεγαλειότατε, είπε και έσφιξε τα φρύδια, με αφήνει προσωπικά αδιάφορο το γεγονός μιας ενδεχόμενης ένωσης των χριστιανικών θρησκειών, καθότι ασπάζομαι το Ισλάμ, αλλά πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να μπει στο τραπέζι των διαπραγματέυσεων και να δρομολογήσουμε έτσι την μακροπρόθεσμη μετατροπή του Κρανθάιε σε ένα ομοσπονδιακό κρατίδιο του Τένκατ.

–Συμφωνώ, πετάχτηκε κι είπε ο Ατναρίμαλας. Εμένα, σαν Ιουδαίο και δηλωμένο άθεο με αφήνουνε ακόμα πιο αδιάφορο οι θρησκευτικές πτυχές του θέματος, αλλά υπάρχουνε πολιτικές προεκτάσεις που πάνε πολύ πίσω στους αιώνες. Πρέπει αν επιληφτούμε πολύ προσεκτικά του ζητήματος. Αν και πιστεύω ότι μία συμμαχία δεν θα ήτανε και ότι χειρότερο.

–Εσείς κύρια Διομελάμπ;

Η Λιμνώρεια είχε χαμηλώσει στοργικά τη φωνή της, σα να απευθυνότανε σε μικρά παιδιά, ίσως και λίγο διανοητικά καθυστερημένα.

–Αν κατάλαβα καλά... κάνουμε αυτή τη στιγμή συζήτηση για το αν θα εγκρίνουμε την διοικητική υποταγή του επικρατούντος χριστιανικού δόγματος του Κρανθάιε στο μέγα αρχιερέα;

–Μάλιστα κυρία Δίομελαμπ, αυτό ακριβώς, είπε ο Σαμουήλ.

Συγγνώμη, αλλά δε θέλω να ανακατευτώ σε διένεξη περι της ορθότητας ή μη των διαφόρων αβραμικών θρησκειών. Τίναξε την παλάμη της. ...Μακριά απ εμού. Αρκετό «καλό», και το είπε βάζωντας με πολύ εμφανή τρόπο στη φωνή της τα εισαγωγικά, έχουνε προσφέρει στην ανθρωπότητα.

–Είναι πολιτικό το ζήτημα κυρία Διομελάμπ και ο μεγαλειότατος ζητάει τη γνώμη σας.

Ακούστηκε σα διαταγή η φωνή του Μάτιλα. Ήτανε γνωστό ότι οι Πορφυριανοί δεν πιστεύανε σε καμία απολύτως θρησκεία. Ήτανε ίσως ο μόνος λαός του γαλαξία, που δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ λέξεις για τις έννοιες, όπως θεός, ψυχή, πνεύμα. Ο τρόπος όμως που είχε χαμηλώσει το βλέμμα της η Λιμνώρεια στο αντίκρυσμα του Μάτιλα, κάνανε το Σαμουήλ να νιώσει ένα δάγκωμα κάτω απο το λαιμό του.

Με λίγο χαμηλωμένο το κεφάλι ίσιαξε τα τσιτωμένα της μαλλιά πισω απο το αυτί κι αφου δάγκασε λίγο τα χείλια, γύρισε προς το Σαμουήλ και είπε:

–Αρνούμαι να πάρω επ αυτού του ζητήματος κάποια θέση μεγαλειότατε.

–Λιμνώρεια, κι εγώ είμαι άθεος, αλλά όπως πολύ σωστά ειπε ο κύριος Μάτιλας, είναι πολιτικό το ζήτημα και ζητάω τη γνώμη σου.

Κοιταχτήκανε όλοι μεταξύ τους σε εκείνη την εκδήλωση αμεσότητας, που καταργούσε τα κατα συνθήκη ψεύδη, καθώς ο Σαμουήλ άκουγε ήδη απο μακριά τη φωνή του Μελατίπαραχ να τον κατσαδιάζει άγρια.

–Σαν εικονοδόμος του, θα συμβούλευα τον μεγαλειότατο, να αποφεύγει τέτοιου είδους δημόσιες δηλώσεις, ενώπιων μάλιστα του γάμου του με μία πριγκήπισσα «αυστηρών χριστιανικών ηθών». Υποθέτω ότι πρέπει να εκδώσουμε σήμερα κιόλας τη σχετική επίσημη ανακοίνωση του ευχάριστου γεγονότος!...

Κι ο Σαμουήλ ευχότανε το κάψιμο πάνω στα αυτιά του να μην φαινότανε πολύ. Ίσως κρυφά μέσα του να ευχότανε εκείνη τη στιγμή να γίνει ένας ομοιοπαθής του Αυνάν. Θυμήθηκε έναν αθυρόστομο δάσκαλο των θρησκευτικών, που είχε δώσει κάποτε σε όλα τ’αγόρια της τάξης του σχολείου όπου πήγαινε μικρός, μια πολυ καλή ερμηνεία εκείνου του εδαφίου, όταν είχε πει, ότι όταν κάποιος νιώθει σα μαλάκας, θέλει πράγματι να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Κάποτε είχε ακούσει ότι το ταξίδι στο χρόνο είναι αδύνατον, αλλά πόσο ωραία θα ήτανε να γυρνούσε για λίγο πίσω το χρόνο και να μην τσιγκλούσε τον Αμισμό ή καλύτερα τον πληγωμένο γυναικείο εγωϊσμό της Λιμνώρειας. Ίσως και πιο πίσω και να τα είχε κάνει όλα διαφορετικά με τη Φενγκ, και να μην την είχε χάσει.

–Τέλως πάντων. Ας μην επιμείνουμε, είπε μετά απο κάποιες στιγμές. Ο κύριος Ίρβαμ είναι Λεονταριστής, αν δεν κάνω λάθος και θα μας πει και αυτός ότι κάτι τέτοιο δεν τον αφορά!...

–Συμφωνώ εν μέρει με τους προλαλήσαντες μεγαλειότατε. Η οποιαδήποτε συμμαχία είναι αυτή τη στιγμή απαραίτητη. Εάν διατηρήσουμε την κρατική μας ανεξαρτησία, τότε θα διατηρήσουμε και την περίφημη κρανθανιανή ανεξιθρησκεία, ειδάλλως... είπε καμαρωτά ο ανθυποστράτορας. Εάν χάσουμε την ανεξαρτησία μας, δε νομίζω ότι θα έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε τέτοιες συζητήσεις.

–Πολύ ωραία, τότε ας ετοιμαστεί αυτή η αποστολή. Και μετά ένιωσε και πάλι το βλέμμα του Μάτιλα στραμμένο κατα πάνω του, και την τελευταία αναπάντητη ερώτηση να αιωρείται πάνω στο τραπέζι. «Μάτιλα! Μάτιλα!» φώναξε πολυ βαθιά μέσα του, «που ήθελες να με παροργίσεις εναντίον του Σαρίχ, κι έκανες ότι έκανες. Τώρα θα σε κάνω εγώ να τρέξεις εκεί που θέλω εγώ». Ξερόβηξε λίγο. Και για να λύσω τις απορίες του σώματος, είπε κάπως φωναχτά, μιας και σας θεωρούμε όλους σας συνεργάτες και φίλους, και όχι υποτελείς, θέλουμε να μοιραστούμε μαζί σας και κάτι άλλο. Η ιδέα για το γάμο μας με την αυτού υψηλότητα, προήλθε απο το μέγα μας σύμβουλο, τον κύριο Μάτιλα. Και όλοι γυρίσανε να κοιτάξουνε τα ανοιγμένα, τα σχεδόν τρομαγμένα μάτια του Μάτιλα. Ναι κύριε Μάτιλα, του είπε χαμογελαστός ο Σαμουήλ, δεν θυμάστε που είχατε έρθει στο σταύλο, όταν μας είχε συστήσει τον Ζέφυρο ο κύριος Άκαρον, ο σταυλάρχης; Μας είχατε δείξει τότε μια εικονοληψία της πριγκήπισσας Σαμιράμ και σας είχαμε ομολογήσει ότι την βρίσκουμε πολύ όμορφη. Δεν είναι έτσι;

Όλες οι ματιές ήτανε κάπως απορημένες πάνω στον Μάτιλα, μα η ματιά του Βέλτεπ ήτανε γεμάτη αμφιβολία πάνω στο Σαμουήλ. Ήτανε άραγε τρελλός ο βασιλιάς; Το μειδίαμα. Η κρύα γυαλάδα μέσα στα κουρούνικα μάτια του μέγα συμβούλου. Το «μα φυσικά και το θυμάμαι μεγαλειότατε» που είπε κάνωντας μια ελαφριά υπόκλιση με το σβέρκο και μια βαθύτερη με τα μάτια, ητανε σαν να έβλεπες το κεφάλι της Μαρίας Αντουανέτας πιασμένο μέσα στην γκιλοτίνα, να φωνάζει: «Μα γιατί καθυστερείτε τόση ώρα;». Ιδίως το ότι ο βασιλιάς μετά απο κάτι ώρες τράβηξε πίσω και τη μήνυση για δόλο, που είχε στείλει στη γερουσία, η οποία ετοιμαζότανε πυρετωδώς εκείνες τις ημέρες να εκδικάσει την υπόθεση του Σαρίχ, ήτανε κάτι παραπάνω απο πρόκληση, κάτι παραπάνω απο έναν απλό σαρκασμό προς τους εξουσιαστές του Κρανθάιε.